Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): misses
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): miss
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): missed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): missing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): misses
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): miss
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): miss
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
missing περιέχει 2 συλλαβές: miss • ing
Φωνητική μεταγραφή: ˈmi-siŋ
miss ing , ˈmi siŋ (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)