Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): milks, milk
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): milk
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): milked
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): milking
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): milks
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): milk
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): milk
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
milk περιέχει 1 συλλαβές: milk
Φωνητική μεταγραφή: ˈmilk
milk , ˈmilk (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)