Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): meshes, mesh
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): mesh
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): meshed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): meshing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): meshes
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): mesh
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): mesh
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
mesh περιέχει 1 συλλαβές: mesh
Φωνητική μεταγραφή: ˈmesh
mesh , ˈmesh (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)