Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): journals
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): journal
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): journaled
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): journaling
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): journals
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): journal
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): journal
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
journal περιέχει 2 συλλαβές: jour • nal
Φωνητική μεταγραφή: ˈjər-nᵊl
jour nal , ˈjər nᵊl (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)