Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): jackets
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): jacket
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): jacketed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): jacketing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): jackets
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): jacket
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): jacket
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
jacket περιέχει 2 συλλαβές: jack • et
Φωνητική μεταγραφή: ˈja-kət
jack et , ˈja kət (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)