Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): funds
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): fund
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): funded
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): funding
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): funds
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): fund
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): fund
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
fund περιέχει 1 συλλαβές: fund
Φωνητική μεταγραφή: ˈfənd
fund , ˈfənd (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)