Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): finance
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): finance
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): financed
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): financing
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): finances
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): finance
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): finance
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
finance περιέχει 2 συλλαβές: fi • nance
Φωνητική μεταγραφή: fə-ˈnan(t)s
fi nance , fə ˈnan(t)s (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)