Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): eggs, egg
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): egg
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): egged
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): egging
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): eggs
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): egg
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): egg
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
egg περιέχει 1 συλλαβές: egg
Φωνητική μεταγραφή: ˈeg
egg , ˈeg (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)