Κλίσεις
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): barks, bark
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): bark
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): barked
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): barking
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): barks
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): bark
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): bark
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
bark περιέχει 1 συλλαβές: bark
Φωνητική μεταγραφή: ˈbärk
bark , ˈbärk (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)