Κλίσεις
Επίθετο, συγκριτικός βαθμός (Adjective, comparative): fitter
Επίθετο, υπερθετικός βαθμός (Adjective, superlative): fittest
Επίθετο (Adjective): fit
Ουσιαστικό, πληθυντικός (Noun, plural): fits, fit
Ουσιαστικό, ενικός ή μαζικός (Noun, singular or mass): fit
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): fit
Ρήμα, μετοχή παρακειμένου (Verb, past participle): fitted
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): fitting
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): fits
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): fit
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): fit
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
fit περιέχει 1 συλλαβές: fit
Φωνητική μεταγραφή: ˈfit
fit , ˈfit (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)