Κλίσεις
Ρήμα, παρελθοντικός χρόνος (Verb, past tense): logged
Ρήμα, γερούνδιο ή μετοχή ενεστώτα (Verb, gerund or present participle): logging
Ρήμα, γ' ενικό πρόσωπο ενεστώτα (Verb, 3rd person singular present): logs
Ρήμα, βασική μορφή (Verb, base form): log
Ρήμα, ενεστώτας εκτός γ' ενικού προσώπου (Verb, non-3rd person singular present): log
Συλλαβές, Διαχωρισμός και Τονισμός
log περιέχει 1 συλλαβές: log
Φωνητική μεταγραφή: ˈlȯg
log , ˈlȯg (Η κόκκινη συλλαβή είναι τονισμένη)